Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυσχιδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει διαιρεθεί σε πολλά μέρη, που έχει πολλές διακλαδώσεις Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυτός που εκτείνεται σε πολλά πεδία, που καλύπτει πολλούς τομείς Βικιλεξικό
    • Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)
    • πολυσχιδής δραστηριότητα, πολυσχιδής δράση

Ετυμολογία

πολυσχιδής ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Ιπποκράτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολυσχιδής (κατασχισμένος, με πολλές τομές). πολυ- + σχιδής (< σχίζω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυσχιδήςπολυσχιδήςπολυσχιδές
Γενικήπολυσχιδούςπολυσχιδούςπολυσχιδούς
Αιτιατικήπολυσχιδήπολυσχιδήπολυσχιδές
Κλητικήπολυσχιδή / πολυσχιδήςπολυσχιδήςπολυσχιδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυσχιδείςπολυσχιδείςπολυσχιδή
Γενικήπολυσχιδώνπολυσχιδώνπολυσχιδών
Αιτιατικήπολυσχιδείςπολυσχιδείςπολυσχιδή
Κλητικήπολυσχιδείςπολυσχιδείςπολυσχιδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →