πολυτάραχος
•
- που χαρακτηρίζεται από αναστάτωση και ταραχή, από μεγάλες διακυμάνσεις, εντάσεις (και μεταφορικά) Βικιλεξικό
- (με κυριολεκτική έννοια)
- Τα ποτάμια ακολουθούνε μια μακρινή και πολυτάραχη διαδρομή, μέσα από δάση, βάλτους, ατέλειωτες πεδιάδες, είτε μέσα από πόλεις ή χωριά και τελικά καταλήγουν σε κάποια θάλασσα (ΔΕΥΑΤ). Είναι λογικό η μορφή και η τυπολογία ενός ποταμού να επηρεάζεται από την πόλη που διατρέχει αλλά επηρεάζεται ιδιαίτερα και από τις εποχές και τα ξηρά και υγρά έτη.
- Ανάμεσα στο μίσος και τον τρόμο μου (τι νόημα έχει τώρα να μιλώ για τρόμο, τώρα που ξεγέλασα τον Ρίτσαρντ Μάντεν, τώρα που ο λαιμός μου λαχταράει τη θηλιά), σκέφτηκα πως αυτός ο πολυτάραχος και σίγουρα ευτυχής πολεμιστής δεν υποπτευόταν πως εγώ κατείχα το Μυστικό: το όνομα της ακριβούς τοποθεσίας του νέου όρχου του βρετανικού πυροβολικού, στην Ανκρ.
Ετυμολογία
πολυτάραχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολυτάραχος < πολυ- + ταραχ(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυτάραχος | πολυτάραχη | πολυτάραχο |
| Γενική | πολυτάραχου | πολυτάραχης | πολυτάραχου |
| Αιτιατική | πολυτάραχο | πολυτάραχη | πολυτάραχο |
| Κλητική | πολυτάραχε | πολυτάραχη | πολυτάραχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυτάραχοι | πολυτάραχες | πολυτάραχα |
| Γενική | πολυτάραχων | πολυτάραχων | πολυτάραχων |
| Αιτιατική | πολυτάραχους | πολυτάραχες | πολυτάραχα |
| Κλητική | πολυτάραχοι | πολυτάραχες | πολυτάραχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →