Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυτασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου μπορεί να λειτουργεί ή να συνδέεται σε πολλές τάσεις Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςπου αφορά πολλές τάσεις, τις ενσωματώνει ή τις εκπροσωπεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυτασικός (νεολογισμός) < πολυ- + τάση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτασικόςπολυτασικήπολυτασικό
Γενικήπολυτασικούπολυτασικήςπολυτασικού
Αιτιατικήπολυτασικόπολυτασικήπολυτασικό
Κλητικήπολυτασικέπολυτασικήπολυτασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτασικοίπολυτασικέςπολυτασικά
Γενικήπολυτασικώνπολυτασικώνπολυτασικών
Αιτιατικήπολυτασικούςπολυτασικέςπολυτασικά
Κλητικήπολυτασικοίπολυτασικέςπολυτασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →