Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυτεκνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επίσημοπου σχετίζεται με τον πολύτεκνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυτεκνικός (νεολογισμός) < πολύτεκν(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτεκνικόςπολυτεκνικήπολυτεκνικό
Γενικήπολυτεκνικούπολυτεκνικήςπολυτεκνικού
Αιτιατικήπολυτεκνικόπολυτεκνικήπολυτεκνικό
Κλητικήπολυτεκνικέπολυτεκνικήπολυτεκνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτεκνικοίπολυτεκνικέςπολυτεκνικά
Γενικήπολυτεκνικώνπολυτεκνικώνπολυτεκνικών
Αιτιατικήπολυτεκνικούςπολυτεκνικέςπολυτεκνικά
Κλητικήπολυτεκνικοίπολυτεκνικέςπολυτεκνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →