Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυτεχνίτης

/po.li.teˈxni.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που γνωρίζει πολλές τέχνες και επαγγέλματα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου τα βγάζει πέρα σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις Βικιλεξικό
  3. μεταφορικόστη φράση πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης: που καταπιάνεται με πολλά χωρίς να γνωρίζει πουθενά την επιτυχία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυτεχνίτης < πολυ- + τέχν(η) + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυτεχνίτηςπολυτεχνίτες
Γενικήπολυτεχνίτηπολυτεχνιτών
Αιτιατικήπολυτεχνίτηπολυτεχνίτες
Κλητικήπολυτεχνίτηπολυτεχνίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →