πολυτεχνίτης
•
- που γνωρίζει πολλές τέχνες και επαγγέλματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου τα βγάζει πέρα σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις Βικιλεξικό
- μεταφορικόστη φράση πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης: που καταπιάνεται με πολλά χωρίς να γνωρίζει πουθενά την επιτυχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυτεχνίτης < πολυ- + τέχν(η) + -ίτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυτεχνίτης | πολυτεχνίτες |
| Γενική | πολυτεχνίτη | πολυτεχνιτών |
| Αιτιατική | πολυτεχνίτη | πολυτεχνίτες |
| Κλητική | πολυτεχνίτη | πολυτεχνίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →