πολυτιμότητα
•
- η ιδιότητα ή η κατάσταση του πολύτιμου Βικιλεξικό
- H πολυτιμότητα των ασημάντων (εφημερίδα Καθημερινή, 07.07.2002)
Ετυμολογία
πολυτιμότητα < πολύτιμος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυτιμότητα | πολυτιμότητες |
| Γενική | πολυτιμότητας | πολυτιμοτήτων |
| Αιτιατική | πολυτιμότητα | πολυτιμότητες |
| Κλητική | πολυτιμότητα | πολυτιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →