Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυτοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με πολλούς τόπους, που εξαπλώνεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
    • Ουσιαστικά η «μεταφορά» της κοινότητας στους χώρους πρόσκαιρης, εποχιακής ή μονιμότερης διαμονής, μέσα από τα δίκτυα κοινωνικών, συγγενικών και πολιτικών σχέσεων, αναδεικνύει τον πολυτοπικό χαρακτήρα της Κρανιάς, ευρύτερα των βλάχικων κοινοτήτων. (Παρασκευάς Ποτηρόπουλος Ο πολυτοπικός χαρακτήρας της βλάχικης κοινότητας)

Ετυμολογία

πολυτοπικός < πολυ- + τοπικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική multilocal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτοπικόςπολυτοπικήπολυτοπικό
Γενικήπολυτοπικούπολυτοπικήςπολυτοπικού
Αιτιατικήπολυτοπικόπολυτοπικήπολυτοπικό
Κλητικήπολυτοπικέπολυτοπικήπολυτοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυτοπικοίπολυτοπικέςπολυτοπικά
Γενικήπολυτοπικώνπολυτοπικώνπολυτοπικών
Αιτιατικήπολυτοπικούςπολυτοπικέςπολυτοπικά
Κλητικήπολυτοπικοίπολυτοπικέςπολυτοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →