πολυφαρμακία
•
- η ύπαρξη πολλών φαρμάκων που συμβάλλουν στην ίδια θεραπεία Βικιλεξικό
- η υπερβολική κατανάλωση φαρμάκων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυφαρμακία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική polypharmacie < αρχαία ελληνική πολύς + φάρμακον : ή (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολυφαρμακία (Χρειάζεται έλεγχο ο ελληνιστικός τύπος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυφαρμακία | πολυφαρμακίες |
| Γενική | πολυφαρμακίας | πολυφαρμακιών |
| Αιτιατική | πολυφαρμακία | πολυφαρμακίες |
| Κλητική | πολυφαρμακία | πολυφαρμακίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →