Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυφασικός

/po.li.fa.siˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλές φάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυφασικός < πολυ- + φάσ(η) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multiphase

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφασικόςπολυφασικήπολυφασικό
Γενικήπολυφασικούπολυφασικήςπολυφασικού
Αιτιατικήπολυφασικόπολυφασικήπολυφασικό
Κλητικήπολυφασικέπολυφασικήπολυφασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφασικοίπολυφασικέςπολυφασικά
Γενικήπολυφασικώνπολυφασικώνπολυφασικών
Αιτιατικήπολυφασικούςπολυφασικέςπολυφασικά
Κλητικήπολυφασικοίπολυφασικέςπολυφασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →