Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυφασματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου συνδέεται με πολλά τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολυδιάστατος, πολυμορφικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυφασματικός (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multispectral. Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + φασματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφασματικόςπολυφασματικήπολυφασματικό
Γενικήπολυφασματικούπολυφασματικήςπολυφασματικού
Αιτιατικήπολυφασματικόπολυφασματικήπολυφασματικό
Κλητικήπολυφασματικέπολυφασματικήπολυφασματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυφασματικοίπολυφασματικέςπολυφασματικά
Γενικήπολυφασματικώνπολυφασματικώνπολυφασματικών
Αιτιατικήπολυφασματικούςπολυφασματικέςπολυφασματικά
Κλητικήπολυφασματικοίπολυφασματικέςπολυφασματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →