πολυφασματικός
•
- νεολογισμόςπου συνδέεται με πολλά τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολυδιάστατος, πολυμορφικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυφασματικός (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multispectral. Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + φασματ- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυφασματικός | πολυφασματική | πολυφασματικό |
| Γενική | πολυφασματικού | πολυφασματικής | πολυφασματικού |
| Αιτιατική | πολυφασματικό | πολυφασματική | πολυφασματικό |
| Κλητική | πολυφασματικέ | πολυφασματική | πολυφασματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυφασματικοί | πολυφασματικές | πολυφασματικά |
| Γενική | πολυφασματικών | πολυφασματικών | πολυφασματικών |
| Αιτιατική | πολυφασματικούς | πολυφασματικές | πολυφασματικά |
| Κλητική | πολυφασματικοί | πολυφασματικές | πολυφασματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →