πολυχρονεμένος
•
- που έχει ζήσει πολλά χρόνια Βικιλεξικό
- στον οποίο εύχομαι να ζήσει πολλά χρόνια Βικιλεξικό
- προσφώνησηως προσφώνηση, η λέξη έχει συνδυαστεί κυρίως με Οθωμανούς αξιωματούχους Βικιλεξικό
- Πολυχρονεμένε μας πασά!
Ετυμολογία
πολυχρονεμένος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
πολυχρονεμέναπολυχρονεμένεπολυχρονεμένεςπολυχρονεμένηπολυχρονεμένηςπολυχρονεμένοπολυχρονεμένοιπολυχρονεμένοςπολυχρονεμένουπολυχρονεμένουςπολυχρονεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →