Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυχρονεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει ζήσει πολλά χρόνια Βικιλεξικό
  2. στον οποίο εύχομαι να ζήσει πολλά χρόνια Βικιλεξικό
  3. προσφώνησηως προσφώνηση, η λέξη έχει συνδυαστεί κυρίως με Οθωμανούς αξιωματούχους Βικιλεξικό
    • Πολυχρονεμένε μας πασά!

Ετυμολογία

πολυχρονεμένος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

πολυχρονεμέναπολυχρονεμένεπολυχρονεμένεςπολυχρονεμένηπολυχρονεμένηςπολυχρονεμένοπολυχρονεμένοιπολυχρονεμένοςπολυχρονεμένουπολυχρονεμένουςπολυχρονεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →