πολυϊδιοκτησία
•
- η κατάσταση κατά την οποία ένα περιουσιακό στοιχείο, συνήθως ακίνητο, ανήκει σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, η συνιδιοκτησία Βικιλεξικό
- Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους αυτές οι κατοικίες παραμένουν κλειστές περιλαμβάνουν: Πολυϊδιοκτησία και νομικές διαμάχες, Κακή κατάσταση των ακινήτων, λόγω παλαιότητας ή έλλειψης συντήρησης, Ιδιοκτησιακά προβλήματα.
- Πολυϊδιοκτησία, κληρονομικά και χαμηλή απόδοση.
- αθλητισμόςη ταυτόχρονη κατοχή ή ο έλεγχος δύο ή περισσότερων αθλητικών σωματείων από το ίδιο πρόσωπο Βικιλεξικό
- Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ για την υπόθεση πολυϊδιοκτησίας στο ποδόσφαιρο, ο Ξενοφών Κοντιάδης γράφει για τα ανοιχτά θεσμικά ζητήματα, αλλά και τις αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις.
Ετυμολογία
πολυϊδιοκτησία < πολυ- + ιδιοκτησία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυϊδιοκτησία | πολυϊδιοκτησίες |
| Γενική | πολυϊδιοκτησίας | πολυϊδιοκτησιών |
| Αιτιατική | πολυϊδιοκτησία | πολυϊδιοκτησίες |
| Κλητική | πολυϊδιοκτησία | πολυϊδιοκτησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →