πολφικός
•
- που έχει σχέση με τον πολφό, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολφικός < πολφός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολφικός | πολφική | πολφικό |
| Γενική | πολφικού | πολφικής | πολφικού |
| Αιτιατική | πολφικό | πολφική | πολφικό |
| Κλητική | πολφικέ | πολφική | πολφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολφικοί | πολφικές | πολφικά |
| Γενική | πολφικών | πολφικών | πολφικών |
| Αιτιατική | πολφικούς | πολφικές | πολφικά |
| Κλητική | πολφικοί | πολφικές | πολφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →