Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύανδρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπολυάνθρωπος, πολυάριθμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύανδρος < αρχαία ελληνική πολύανδρος < πολύς + ἀνήρ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύανδροςπολύανδρηπολύανδρο
Γενικήπολύανδρουπολύανδρηςπολύανδρου
Αιτιατικήπολύανδροπολύανδρηπολύανδρο
Κλητικήπολύανδρεπολύανδρηπολύανδρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύανδροιπολύανδρεςπολύανδρα
Γενικήπολύανδρωνπολύανδρωνπολύανδρων
Αιτιατικήπολύανδρουςπολύανδρεςπολύανδρα
Κλητικήπολύανδροιπολύανδρεςπολύανδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →