Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύγλωσσος

/poˈli.ɣlo.sos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μιλάει πολλές ξένες γλώσσες Βικιλεξικό
    • Οι λαοί-υπήκοοι λοιπόν της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν φυσικό να κινούνται σε πολύγλωσσο περιβάλλον· οι προερχόμενοι από τη νότια Βαλκανική χειρίζονταν την ελληνική γλώσσα ή εκτιμούσαν ότι η ελληνική ήταν, τουλάχιστον ώς τις αρχές του 19ου αι. , η lingua franca Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων αλλά και των Σέρβων εν μέρει στον τομέα του εμπορίου και της παιδείας (Η Γλωσσική Εκπαίδευση Των Ελλήνων Μετανάστων Στην Ευρώπη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσης, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 1997, σελ. 19)
  2. κείμενο που είναι γραμμένο σε πολλές ξένες γλώσσες Βικιλεξικό
    • πολύγλωσσο λεξικό
    • Ξεδιπλώνοντας έναν πραγματικό πανηγυρικό της γλωσσικής δημιουργίας, ποικιλίας και διαφοράς, το πολύγλωσσο ποίημα επι τυγχάνει να απαλλάξει την πολυγλωσσία από το στίγμα της παρεξήγησης και της καχυποψίας. (Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Γιάννης Ε. Παππάς, Eλληνικός μεταπολεμικός υπερρεαλισμός, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, 2005, σελ. 140)

Ετυμολογία

πολύγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύγλωσσος. Μορφολογικά αναλύεται σε πολύ- + -γλωσσος → δείτε πολύς και γλώσσα.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύγλωσσοςπολύγλωσσηπολύγλωσσο
Γενικήπολύγλωσσουπολύγλωσσηςπολύγλωσσου
Αιτιατικήπολύγλωσσοπολύγλωσσηπολύγλωσσο
Κλητικήπολύγλωσσεπολύγλωσσηπολύγλωσσο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύγλωσσοιπολύγλωσσεςπολύγλωσσα
Γενικήπολύγλωσσωνπολύγλωσσωνπολύγλωσσων
Αιτιατικήπολύγλωσσουςπολύγλωσσεςπολύγλωσσα
Κλητικήπολύγλωσσοιπολύγλωσσεςπολύγλωσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →