Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύγνωμος

/poˈli.ɣno.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλές γνώμες πάνω στο ίδιο θέμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου δεν μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε πολλές γνώμες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύγνωμος < πολύ- + γνώμ(η) + -ος. Διαφορετική η ελληνιστική κοινή πολύγνωμος (πολύ συνετός).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύγνωμοςπολύγνωμηπολύγνωμο
Γενικήπολύγνωμουπολύγνωμηςπολύγνωμου
Αιτιατικήπολύγνωμοπολύγνωμηπολύγνωμο
Κλητικήπολύγνωμεπολύγνωμηπολύγνωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύγνωμοιπολύγνωμεςπολύγνωμα
Γενικήπολύγνωμωνπολύγνωμωνπολύγνωμων
Αιτιατικήπολύγνωμουςπολύγνωμεςπολύγνωμα
Κλητικήπολύγνωμοιπολύγνωμεςπολύγνωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →