Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύηχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει πολλούς ήχους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύηχος < ελληνιστική < πολύς + ήχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύηχοςπολύηχηπολύηχο
Γενικήπολύηχουπολύηχηςπολύηχου
Αιτιατικήπολύηχοπολύηχηπολύηχο
Κλητικήπολύηχεπολύηχηπολύηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύηχοιπολύηχεςπολύηχα
Γενικήπολύηχωνπολύηχωνπολύηχων
Αιτιατικήπολύηχουςπολύηχεςπολύηχα
Κλητικήπολύηχοιπολύηχεςπολύηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →