Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύκλαδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλά κλαδιά, πολλούς κλάδους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύκλαδος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύκλαδοςπολύκλαδηπολύκλαδο
Γενικήπολύκλαδουπολύκλαδηςπολύκλαδου
Αιτιατικήπολύκλαδοπολύκλαδηπολύκλαδο
Κλητικήπολύκλαδεπολύκλαδηπολύκλαδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύκλαδοιπολύκλαδεςπολύκλαδα
Γενικήπολύκλαδωνπολύκλαδωνπολύκλαδων
Αιτιατικήπολύκλαδουςπολύκλαδεςπολύκλαδα
Κλητικήπολύκλαδοιπολύκλαδεςπολύκλαδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →