πολύκλαυστος
•
- λόγιοπολύκλαυτος, που αξίζει να τον θρηνούν, ή που τον κλαίνε πολλοί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολύκλαυστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολύκλαυστος πολύ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύκλαυστος | πολύκλαυστη | πολύκλαυστο |
| Γενική | πολύκλαυστου | πολύκλαυστης | πολύκλαυστου |
| Αιτιατική | πολύκλαυστο | πολύκλαυστη | πολύκλαυστο |
| Κλητική | πολύκλαυστε | πολύκλαυστη | πολύκλαυστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύκλαυστοι | πολύκλαυστες | πολύκλαυστα |
| Γενική | πολύκλαυστων | πολύκλαυστων | πολύκλαυστων |
| Αιτιατική | πολύκλαυστους | πολύκλαυστες | πολύκλαυστα |
| Κλητική | πολύκλαυστοι | πολύκλαυστες | πολύκλαυστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →