πολύκομπος
•
- βοτανικήφυτό με την επιστημονική ονομασία Polygonum aviculare, της οικογένειας των πολυγονατοειδών (Polygonaceae) ή των ιππουροειδών (Equisetaceae) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολύκομπος < πολυ- + κόμπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύκομπος | πολύκομποι |
| Γενική | πολυκόμπου / πολύκομπου | πολυκόμπων / πολύκομπων |
| Αιτιατική | πολύκομπο | πολυκόμπους / πολύκομπους |
| Κλητική | πολύκομπε | πολύκομποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →