πολύπλευρος
•
- που έχει πολλές πλευρές Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει ή χαρακτηρίζεται από πολλές όψεις, μορφές, απόψεις (οπτικές γωνίες), ή που εκδηλώνεται σε πολλά πεδία Βικιλεξικό
- πολύπλευρη προσέγγιση, ανάλυση, διαδικασία
- πολύπλευρη εξωτερική πολιτική
Ετυμολογία
πολύπλευρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύπλευρος, μορφολογικά αναλύεται σε πολύ- + -πλευρος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύπλευρος | πολύπλευρη | πολύπλευρο |
| Γενική | πολύπλευρου | πολύπλευρης | πολύπλευρου |
| Αιτιατική | πολύπλευρο | πολύπλευρη | πολύπλευρο |
| Κλητική | πολύπλευρε | πολύπλευρη | πολύπλευρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύπλευροι | πολύπλευρες | πολύπλευρα |
| Γενική | πολύπλευρων | πολύπλευρων | πολύπλευρων |
| Αιτιατική | πολύπλευρους | πολύπλευρες | πολύπλευρα |
| Κλητική | πολύπλευροι | πολύπλευρες | πολύπλευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →