Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύπλευρος

/poˈli.ple.vɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πολλές πλευρές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει ή χαρακτηρίζεται από πολλές όψεις, μορφές, απόψεις (οπτικές γωνίες), ή που εκδηλώνεται σε πολλά πεδία Βικιλεξικό
    • πολύπλευρη προσέγγιση, ανάλυση, διαδικασία
    • πολύπλευρη εξωτερική πολιτική

Ετυμολογία

πολύπλευρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολύπλευρος, μορφολογικά αναλύεται σε πολύ- + -πλευρος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύπλευροςπολύπλευρηπολύπλευρο
Γενικήπολύπλευρουπολύπλευρηςπολύπλευρου
Αιτιατικήπολύπλευροπολύπλευρηπολύπλευρο
Κλητικήπολύπλευρεπολύπλευρηπολύπλευρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύπλευροιπολύπλευρεςπολύπλευρα
Γενικήπολύπλευρωνπολύπλευρωνπολύπλευρων
Αιτιατικήπολύπλευρουςπολύπλευρεςπολύπλευρα
Κλητικήπολύπλευροιπολύπλευρεςπολύπλευρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →