πολύποδας
•
- υδρόβιο κοιλεντερωτό ζώο, που ανήκει στα ζωόφυτα, με σώμα που έχει πολλά πόδια που ξεκινούν γύρω από το στόμα. Βικιλεξικό
- μικρό ογκίδιο το οποίο είναι προσκολλημένο στο βλεννογόνο του οργάνου στο οποίο βρίσκονται. Τις περισσότερες φορές είναι καλοήθες στη διάγνωσή του, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται να είναι κακοήθες. Τις περισσότερες φορές, εντοπίζεται σε όργανα όπως λάρυγγας, ιγμόρεια, χοληδόχος κύστη, ουροδόχος κύστη και παχύ έντερο. Κατά κανόνα, όλοι οι πολύποδες που παρουσιάζονται οπουδήποτε στο ανθρώπινο σώμα πρέπει να αφαιρούνται προληπτικά και να στέλλονται για ιστολογική εξέταση, η οποία και καθορίζει οριστικά κατά πόσον ο αφαιρεθείς πολύποδας, είναι καλοήθης ή κακοήθης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
* πολύποδας < αρχαία ελληνική πολύπους < πολύς + ποῦς, λόγω τις μορφολογίας του που μοιάζει σαν να προεξέχουν πολλά μικρά πόδια από το κύριο σώμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύποδας | πολύποδες |
| Γενική | πολύποδα | πολυπόδων |
| Αιτιατική | πολύποδα | πολύποδες |
| Κλητική | πολύποδα | πολύποδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →