Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύπριζο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εξάρτημα διακλάδωσης που συνδέεται με μια πρίζα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο φέρει πολλές ξεχωριστές πρίζες («θέσεις») προκειμένου να δύνεται η δυνατότητα σύνδεσης πολλών ηλεκτρικών συσκευών ταυτόχρονα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύπριζο < πολύ- + πρίζ(α) + -ο, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική multiprise

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολύπριζοπολύπριζα
Γενικήπολύπριζουπολύπριζων
Αιτιατικήπολύπριζοπολύπριζα
Κλητικήπολύπριζοπολύπριζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →