πολύπτυχο
•
- έντυπο που είναι διπλωμένο και κάθε πτυχή είναι ξεχωριστή σελίδα του εντύπου Βικιλεξικό
- ειδικό ταξιδιωτικό έγγραφο που συνοδεύει οχήματα σε ταξίδια στο εξωτερικό Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςπερισσότερες από τρεις ξύλινες πινακίδες που συνδέονται μεταξύ τους και πάνω τους απεικονίζονται ο Χριστός, η Παναγία, διάφοροι άγιοι, κ.α. Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει πολλές πτυχές, όψεις Βικιλεξικό
- ιστορίατέσσερεις έως δέκα ενωμένες μεταξύ τους πινακίδες που αποτελούσαν ενιαίο κώδικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολύπτυχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πολύπτυχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύπτυχο | πολύπτυχα |
| Γενική | πολυπτύχου / πολύπτυχου | πολυπτύχων |
| Αιτιατική | πολύπτυχο | πολύπτυχα |
| Κλητική | πολύπτυχο | πολύπτυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →