Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύπτυχο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. έντυπο που είναι διπλωμένο και κάθε πτυχή είναι ξεχωριστή σελίδα του εντύπου Βικιλεξικό
  2. ειδικό ταξιδιωτικό έγγραφο που συνοδεύει οχήματα σε ταξίδια στο εξωτερικό Βικιλεξικό
  3. χριστιανισμόςπερισσότερες από τρεις ξύλινες πινακίδες που συνδέονται μεταξύ τους και πάνω τους απεικονίζονται ο Χριστός, η Παναγία, διάφοροι άγιοι, κ.α. Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπου έχει πολλές πτυχές, όψεις Βικιλεξικό
  5. ιστορίατέσσερεις έως δέκα ενωμένες μεταξύ τους πινακίδες που αποτελούσαν ενιαίο κώδικα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολύπτυχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πολύπτυχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολύπτυχοπολύπτυχα
Γενικήπολυπτύχου / πολύπτυχουπολυπτύχων
Αιτιατικήπολύπτυχοπολύπτυχα
Κλητικήπολύπτυχοπολύπτυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →