Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολύφερνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγάλη προίκα ή άλλα προσόντα (πχ θέση, αξίωμα, επάγγελμα, καταγωγή κλπ) που εκτιμώνται για να προτιμηθεί ως μέλλων σύζυγος Βικιλεξικό
    • πολύφερνη νύφη
    • Αντίθετα, ο γραμματικός είναι ένας πολύφερνος γαμπρός, με φερνή του, προίκα του, τις γνώσεις και το συναφές επάγγελμά του. (Παντελής Μπουκάλας, Τα γράμματα στο δημοτικό τραγούδι, Νέα Εστία, τεύχος 1903, Δεκ. 2025, σελ. 737)

Ετυμολογία

πολύφερνος < (ελληνιστική κοινή) < πολύς + φερνή ("προίκα")

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύφερνοςπολύφερνηπολύφερνο
Γενικήπολύφερνουπολύφερνηςπολύφερνου
Αιτιατικήπολύφερνοπολύφερνηπολύφερνο
Κλητικήπολύφερνεπολύφερνηπολύφερνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολύφερνοιπολύφερνεςπολύφερνα
Γενικήπολύφερνωνπολύφερνωνπολύφερνων
Αιτιατικήπολύφερνουςπολύφερνεςπολύφερνα
Κλητικήπολύφερνοιπολύφερνεςπολύφερνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →