πομποδέκτης
•
- ηλεκτρονικήηλεκτρονική συσκευή που λειτουργεί αμφίδρομα ως πομπός και δέκτης ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων κυμάτων Βικιλεξικό
- πομποδέκτες είναι το βυθόμετρο, το ραντάρ, το ραδιοτηλέφωνο, ο κατευθυντήρας οπλικού συστήματος κ.ά.
- συντομογραφία: (τηλεπικοινωνίες) TRX
Ετυμολογία
πομποδέκτης < πομπ(ός) + -ο- + δέκτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πομποδέκτης | πομποδέκτες |
| Γενική | πομποδέκτη | πομποδεκτών |
| Αιτιατική | πομποδέκτη | πομποδέκτες |
| Κλητική | πομποδέκτη | πομποδέκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →