πομπός
•
- τηλεπικοινωνίεςπηγή που εκπέμπει σε οποιαδήποτε μορφή ένα μήνυμα με προορισμό έναν δέκτη Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςότι παράγει μήνυμα, σήμα, πληροφορία Βικιλεξικό
- συντομογραφία: TX
Ετυμολογία
πομπός < αρχαία ελληνική πομπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πομπός | πομποί |
| Γενική | πομπού | πομπών |
| Αιτιατική | πομπό | πομπούς |
| Κλητική | πομπέ | πομποί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →