πονεμένος
•
- για κάτι που πονάει Βικιλεξικό
- η πονεμένη μέση μου, το πονεμένο δοντάκι
- για κάτι που πονάει μεταφορικά Βικιλεξικό
- πονεμένη καρδιά, πονεμένο βογγητό
- η πονεμένη ζωή το Μαρσέλ Προυστ
- ταλαιπωρημένος, βασανισμένος, που έχει πονέσει αλλά κάνει και τους άλλους να τον συμπονούν, κινεί τον οίκτο, άνθρωπος ή ιστορία Βικιλεξικό
- πονεμένος άνθρωπος
- δακρύβρεκτος, λυπητερός Βικιλεξικό
- Στον καιρό μου οι κοπέλλες κρέμαζαν εκεί κούνιες και κουνιούνταν, και τραγουδούσαν τα πονεμένα τους λιανοτράγουδα. Η φωνή τους είταν καθώς και τώρα· ψιλή ψιλή και χαμηλή, σα να μην τολμούσε νάβγη έξω μ' όλη τη δύναμή της. Ίσως έχει κι αυτό το λόγο του. (Εφταλιώτης, "Φυλλάδες του Γεροδήμου") Βικιλεξικό
- κάπως ειρωνικά για κάτι δύσκολο Βικιλεξικό
- Φίλε μου, τα μαθηματικά για εμένα ήταν μια πονεμένη ιστορία
Ετυμολογία
πονεμένος < μεσαιωνική λέξη, μετοχή του πονῶ < αρχαία ελληνική πεπονημένος και πονούμενος του πονέω-πονῶ
Άλλοι τύποι
πονεμέναπονεμένεπονεμένεςπονεμένηπονεμένηςπονεμένοπονεμένοιπονεμένοςπονεμένουπονεμένουςπονεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →