πονεσιάρης
•
- λαϊκότροποπονόψυχος, συμπονετικός, πονετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πονεσιάρης < πόνεση + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πονεσιάρης | πονεσιάρα | πονεσιάρικο |
| Γενική | πονεσιάρη | πονεσιάρας | πονεσιάρικου |
| Αιτιατική | πονεσιάρη | πονεσιάρα | πονεσιάρικο |
| Κλητική | πονεσιάρη | πονεσιάρα | πονεσιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πονεσιάρηδες | πονεσιάρες | πονεσιάρικα |
| Γενική | πονεσιάρηδων | — | πονεσιάρικων |
| Αιτιατική | πονεσιάρηδες | πονεσιάρες | πονεσιάρικα |
| Κλητική | πονεσιάρηδες | πονεσιάρες | πονεσιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →