πονηράδα
•
- λαϊκότροποη πονηριά Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο τέχνασμα, η πανουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πονηράδα < πονηρός + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πονηράδα | πονηράδες |
| Γενική | πονηράδας | πονηράδων |
| Αιτιατική | πονηράδα | πονηράδες |
| Κλητική | πονηράδα | πονηράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →