πονηρεύω
•
- μεταβατικόδημιουργώ υποψίες σε κάποιον, τον κάνω να σκέφτεται πονηρά Βικιλεξικό
- γίνομαι πονηρός, σκέφτομαι χωρίς αφέλεια Βικιλεξικό
- αντιλαμβάνομαι τη σεξουαλικότητά μου Βικιλεξικό
- στην παθητική φωνήγίνομαι καχύποπτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πονηρεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πονηρεύομαι (έχω κακή συμπεριφορά) σε ενεργητικό τύπο
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πονηρεύω | πονηρεύεις | πονηρεύει | πονηρεύουμε | πονηρεύετε | πονηρεύουν / πονηρεύουνε |
| Παρατατικός | πονήρευα | πονήρευες | πονήρευε | πονηρεύαμε | πονηρεύατε | πονήρευαν / πονηρεύαν / πονηρεύανε |
| Αόριστος | πονήρεψα | πονήρεψες | πονήρεψε | πονηρέψαμε | πονηρέψατε | πονήρεψαν / πονηρέψαν / πονηρέψανε |
| Μέλλοντας | θα πονηρέψω / θα πονηρεύω | θα πονηρέψεις / θα πονηρεύεις | θα πονηρέψει / θα πονηρεύει | θα πονηρέψουμε / θα πονηρεύουμε | θα πονηρέψετε / θα πονηρεύετε | θα πονηρέψουν / θα πονηρέψουνε / θα πονηρεύουν / θα πονηρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω πονηρέψει | έχεις πονηρέψει | έχει πονηρέψει | έχουμε πονηρέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πονηρέψει | είχες πονηρέψει | είχε πονηρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πονηρέψει / να πονηρέψω / να πονηρεύω | να έχεις πονηρέψει / να πονηρέψεις / να πονηρεύεις | να έχει πονηρέψει / να πονηρέψει / να πονηρεύει | να έχουμε πονηρέψει / να πονηρέψουμε / να πονηρεύουμε | να πονηρέψετε / να πονηρεύετε | να πονηρέψουν / να πονηρέψουνε / να πονηρεύουν / να πονηρεύουνε |
| Προστακτική | — | πονήρευε / πονήρεψε | — | — | πονηρέψτε / πονηρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πονηρεύτηκαπονηρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →