πονοκεφαλιάζω
•
- αμετάβατονιώθω πονοκέφαλο, ζάλη και σύγχυση από κάτι Βικιλεξικό
- έχω πονοκεφαλιάσει με αυτή την υπόθεση
- μεταβατικόπροκαλώ πονοκέφαλο, ζάλη και σύγχυση Βικιλεξικό
- με πονοκεφάλιασες με τις φωνές σου
Ετυμολογία
πονοκεφαλιάζω < πονοκέφαλ- (< πονοκέφαλος) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πονοκεφαλιάζω | πονοκεφαλιάζεις | πονοκεφαλιάζει | πονοκεφαλιάζουμε | πονοκεφαλιάζετε | πονοκεφαλιάζουν / πονοκεφαλιάζουνε |
| Παρατατικός | πονοκεφαλίαζα | πονοκεφαλίαζες | πονοκεφαλίαζε | πονοκεφαλιάζαμε | πονοκεφαλιάζατε | πονοκεφαλίαζαν / πονοκεφαλιάζαν / πονοκεφαλιάζανε |
| Αόριστος | πονοκεφαλίασα | πονοκεφαλίασες | πονοκεφαλίασε | πονοκεφαλιάσαμε | πονοκεφαλιάσατε | πονοκεφαλίασαν / πονοκεφαλιάσαν / πονοκεφαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα πονοκεφαλιάζω / θα πονοκεφαλιάσω | θα πονοκεφαλιάζεις / θα πονοκεφαλιάσεις | θα πονοκεφαλιάζει / θα πονοκεφαλιάσει | θα πονοκεφαλιάζουμε / θα πονοκεφαλιάσουμε | θα πονοκεφαλιάζετε / θα πονοκεφαλιάσετε | θα πονοκεφαλιάζουν / θα πονοκεφαλιάζουνε / θα πονοκεφαλιάσουν / θα πονοκεφαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πονοκεφαλιάσει | έχεις πονοκεφαλιάσει | έχει πονοκεφαλιάσει | έχουμε πονοκεφαλιάσει | έχετε πονοκεφαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πονοκεφαλιάσει | είχες πονοκεφαλιάσει | είχε πονοκεφαλιάσει | είχαμε πονοκεφαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πονοκεφαλιάσει / να πονοκεφαλιάζω / να πονοκεφαλιάσω | να έχεις πονοκεφαλιάσει / να πονοκεφαλιάζεις / να πονοκεφαλιάσεις | να έχει πονοκεφαλιάσει / να πονοκεφαλιάζει / να πονοκεφαλιάσει | να έχουμε πονοκεφαλιάσει / να πονοκεφαλιάζουμε / να πονοκεφαλιάσουμε | να έχετε πονοκεφαλιάσει / να πονοκεφαλιάζετε / να πονοκεφαλιάσετε | να πονοκεφαλιάζουν / να πονοκεφαλιάζουνε / να πονοκεφαλιάσουν / να πονοκεφαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | πονοκεφαλίαζε / πονοκεφαλίασε | — | — | πονοκεφαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πονοκεφαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →