ποντικοκούραδο
•
- κόπρανο, αποπάτημα, κουράδι ποντικού Βικιλεξικό
- μεταφορικά και υποτιμητικάκάτι το πολύ μικρό, το ελάχιστο, το μηδαμινό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποντικοκούραδο < ποντικός + κουράδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποντικοκούραδο | ποντικοκούραδα |
| Γενική | ποντικοκούραδου | ποντικοκούραδων |
| Αιτιατική | ποντικοκούραδο | ποντικοκούραδα |
| Κλητική | ποντικοκούραδο | ποντικοκούραδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →