ποντικομαμή
•
- χαρακτηρισμός πονηρού και δόλιου ανθρώπου, που δημιουργεί σκάνδαλα και προκαλεί επεισόδια. Βικιλεξικό
- άνθρωπος μικροκαμωμένος και ζαρωμένος ή που τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θυμίζουν ποντίκι. Σύμφωνα με τη λαοσοφία οι κοντοί και ανάσκητοι άνθρωποι (δείτε επίσης: τσιλιβήθρα) πολλές φορές φοβούνται να είναι ευθείς και ειλικρινείς, κάτι που τους ωθεί σε άνανδρες πονηριές και δολοπλοκίες. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποντικομαμή < ποντικ(ός) + -ο- + μαμή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποντικομαμή | ποντικομαμές |
| Γενική | ποντικομαμής | ποντικομαμών |
| Αιτιατική | ποντικομαμή | ποντικομαμές |
| Κλητική | ποντικομαμή | ποντικομαμές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →