Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποντικομαμή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρακτηρισμός πονηρού και δόλιου ανθρώπου, που δημιουργεί σκάνδαλα και προκαλεί επεισόδια. Βικιλεξικό
  2. άνθρωπος μικροκαμωμένος και ζαρωμένος ή που τα χαρακτηριστικά του προσώπου του θυμίζουν ποντίκι. Σύμφωνα με τη λαοσοφία οι κοντοί και ανάσκητοι άνθρωποι (δείτε επίσης: τσιλιβήθρα) πολλές φορές φοβούνται να είναι ευθείς και ειλικρινείς, κάτι που τους ωθεί σε άνανδρες πονηριές και δολοπλοκίες. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποντικομαμή < ποντικ(ός) + -ο- + μαμή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποντικομαμήποντικομαμές
Γενικήποντικομαμήςποντικομαμών
Αιτιατικήποντικομαμήποντικομαμές
Κλητικήποντικομαμήποντικομαμές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →