Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποντικότρυπα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη ποντικοφωλιά, η φωλιά του ποντικιού Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμικρός σε μέγεθος και στενός χώρος (δωμάτιο, διαμέρισμα κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • το σπίτι του είναι ποντικότρυπα

Ετυμολογία

ποντικότρυπα < ποντικ(ός) + -ό- + τρύπα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήποντικότρυπαποντικότρυπες
Γενικήποντικότρυπαςποντικότρυπων
Αιτιατικήποντικότρυπαποντικότρυπες
Κλητικήποντικότρυπαποντικότρυπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →