ποντικότρυπα
•
- τρύπα που αποτελεί την είσοδο ποντικοφωλιάς Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη ποντικοφωλιά, η φωλιά του ποντικιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάμικρός σε μέγεθος και στενός χώρος (δωμάτιο, διαμέρισμα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- το σπίτι του είναι ποντικότρυπα
Ετυμολογία
ποντικότρυπα < ποντικ(ός) + -ό- + τρύπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποντικότρυπα | ποντικότρυπες |
| Γενική | ποντικότρυπας | ποντικότρυπων |
| Αιτιατική | ποντικότρυπα | ποντικότρυπες |
| Κλητική | ποντικότρυπα | ποντικότρυπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →