ποντιφικός
•
- που έχει σχέση με τον ποντίφικα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποντιφικός < ποντίφικας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποντιφικός | ποντιφική / ποντιφικη | ποντιφικο / ποντιφικό |
| Γενική | ποντιφικού | ποντιφικής | ποντιφικού |
| Αιτιατική | ποντιφικό | ποντιφική | ποντιφικό |
| Κλητική | ποντιφικέ | ποντιφική | ποντιφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ποντιφικοί | ποντιφικές | ποντιφικά |
| Γενική | ποντιφικών | ποντιφικών | ποντιφικών |
| Αιτιατική | ποντιφικούς | ποντιφικές | ποντιφικά |
| Κλητική | ποντιφικοί | ποντιφικές | ποντιφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →