Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποντιφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ποντίφικα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποντιφικός < ποντίφικας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποντιφικόςποντιφική / ποντιφικηποντιφικο / ποντιφικό
Γενικήποντιφικούποντιφικήςποντιφικού
Αιτιατικήποντιφικόποντιφικήποντιφικό
Κλητικήποντιφικέποντιφικήποντιφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποντιφικοίποντιφικέςποντιφικά
Γενικήποντιφικώνποντιφικώνποντιφικών
Αιτιατικήποντιφικούςποντιφικέςποντιφικά
Κλητικήποντιφικοίποντιφικέςποντιφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →