Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποπό

επιφώνημα
•
  1. έκφραση έκπληξης, πόνου ή χαράς Βικιλεξικό
  2. ποπό, τι πάθαμε (έκφραση πόνου) Βικιλεξικό
  3. ποποπό, Μαρία (έκφραση χαράς, δημοτικό τραγούδι) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποπό, ή ποποπό < αρχαία ελληνική πόποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →