πορδίζω
•
- λόγιοκλάνω, αερίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορδίζω < πορδή + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πορδίζω | πορδίζεις | πορδίζει | πορδίζουμε | πορδίζετε | πορδίζουν / πορδίζουνε |
| Παρατατικός | πόρδιζα | πόρδιζες | πόρδιζε | πορδίζαμε | πορδίζατε | πορδίζαν / πορδίζανε / πόρδιζαν |
| Αόριστος | πόρδισα | πόρδισες | πόρδισε | πορδίσαμε | πορδίσατε | πορδίσαν / πορδίσανε / πόρδισαν |
| Μέλλοντας | θα πορδίζω / θα πορδίσω | θα πορδίζεις / θα πορδίσεις | θα πορδίζει / θα πορδίσει | θα πορδίζουμε / θα πορδίσουμε | θα πορδίζετε / θα πορδίσετε | θα πορδίζουν / θα πορδίζουνε / θα πορδίσουν / θα πορδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πορδίσει | έχεις πορδίσει | έχει πορδίσει | έχουμε πορδίσει | έχετε πορδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πορδίσει | είχες πορδίσει | είχε πορδίσει | είχαμε πορδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πορδίσει / να πορδίζω / να πορδίσω | να έχεις πορδίσει / να πορδίζεις / να πορδίσεις | να έχει πορδίσει / να πορδίζει / να πορδίσει | να έχουμε πορδίσει / να πορδίζουμε / να πορδίσουμε | να έχετε πορδίσει / να πορδίζετε / να πορδίσετε | να πορδίζουν / να πορδίζουνε / να πορδίσουν / να πορδίσουνε |
| Προστακτική | — | πόρδιζε / πόρδισε | — | — | πορδίζετε / πορδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →