Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορθητής

/poɾ.θiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που πορθεί μια πόλη, ένα κάστρο κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Ὁ εὐρύτατος οὗτος λιμὴν ἦτο τότε σχεδὸν κενὸς μικρά τινα πλοῖα ἐσαλεύοντο μόνον ὑπὸ τῶν κυμάτων, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ πελώριος Πορθητὴς (Conquérant), τὸ δίκροτον αὐτὸ ἐφ' οὗ ἐπέβαινεν ὁ Ναύαρχος τῆς Γαλλίας Δερινιὺ, καταβιβασμένας ἔχων καὶ τὰς σημαίας, καὶ τὰς κεραίας, καὶ τὰς ἀτράκτους, ἐδείκνυεν ὅτι φρικτὴ ἦτο ἡ θύελλα καὶ ἐν αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ λιμένι. … Τὴν τρίτην νύκτα ἐκόπασε καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ χιὼν, καὶ τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης, δύω λέμβοι τοῦ Πορθητοῦ, ἐλθοῦσαι πρὸς ἡμᾶς, προσέφερον βοήθειαν.

Ετυμολογία

πορθητής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πορθητής < αρχαία ελληνική πορθητής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπορθητήςπορθητές
Γενικήπορθητήπορθητών
Αιτιατικήπορθητήπορθητές
Κλητικήπορθητήπορθητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →