Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορνογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πορνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορνογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική pornographique < pornographe < ελληνιστική κοινή πορνογράφος < αρχαία ελληνική πόρνη + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορνογραφικόςπορνογραφικήπορνογραφικό
Γενικήπορνογραφικούπορνογραφικήςπορνογραφικού
Αιτιατικήπορνογραφικόπορνογραφικήπορνογραφικό
Κλητικήπορνογραφικέπορνογραφικήπορνογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορνογραφικοίπορνογραφικέςπορνογραφικά
Γενικήπορνογραφικώνπορνογραφικώνπορνογραφικών
Αιτιατικήπορνογραφικούςπορνογραφικέςπορνογραφικά
Κλητικήπορνογραφικοίπορνογραφικέςπορνογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →