Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορνογραφώ

ρήμα
•
  1. είμαι πορνογράφος, δημιουργώ πορνογραφήματα / πορνογραφίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορνογραφώ < πορνογράφος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπορνογραφώπορνογραφείςπορνογραφείπορνογραφούμεπορνογραφείτεπορνογραφούν / πορνογραφούνε
Παρατατικόςπορνογραφούσαπορνογραφούσεςπορνογραφούσεπορνογραφούσαμεπορνογραφούσατεπορνογραφούσαν / πορνογραφούσανε
Αόριστοςπορνογράφησαπορνογράφησεςπορνογράφησεπορνογραφήσαμεπορνογραφήσατεπορνογράφησαν / πορνογραφήσαν / πορνογραφήσανε
Μέλλονταςθα πορνογραφήσω / θα πορνογραφώθα πορνογραφήσεις / θα πορνογραφείςθα πορνογραφήσει / θα πορνογραφείθα πορνογραφήσουμε / θα πορνογραφούμεθα πορνογραφήσετε / θα πορνογραφείτεθα πορνογραφήσουν / θα πορνογραφήσουνε / θα πορνογραφούν / θα πορνογραφούνε
Παρακείμενοςέχω πορνογραφήσειέχεις πορνογραφήσειέχει πορνογραφήσειέχουμε πορνογραφήσειέχετε πορνογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πορνογραφήσειείχες πορνογραφήσειείχε πορνογραφήσειείχαμε πορνογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω πορνογραφήσει / να πορνογραφήσω / να πορνογραφώνα έχεις πορνογραφήσει / να πορνογραφήσεις / να πορνογραφείςνα έχει πορνογραφήσει / να πορνογραφήσει / να πορνογραφείνα έχουμε πορνογραφήσει / να πορνογραφήσουμε / να πορνογραφούμενα έχετε πορνογραφήσει / να πορνογραφήσετε / να πορνογραφείτενα πορνογραφήσουν / να πορνογραφήσουνε / να πορνογραφούν / να πορνογραφούνε
Προστακτική—πορνογράφει / πορνογράφησε——πορνογραφήστε / πορνογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →