πορνογραφώ
•
- είμαι πορνογράφος, δημιουργώ πορνογραφήματα / πορνογραφίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορνογραφώ < πορνογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πορνογραφώ | πορνογραφείς | πορνογραφεί | πορνογραφούμε | πορνογραφείτε | πορνογραφούν / πορνογραφούνε |
| Παρατατικός | πορνογραφούσα | πορνογραφούσες | πορνογραφούσε | πορνογραφούσαμε | πορνογραφούσατε | πορνογραφούσαν / πορνογραφούσανε |
| Αόριστος | πορνογράφησα | πορνογράφησες | πορνογράφησε | πορνογραφήσαμε | πορνογραφήσατε | πορνογράφησαν / πορνογραφήσαν / πορνογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα πορνογραφήσω / θα πορνογραφώ | θα πορνογραφήσεις / θα πορνογραφείς | θα πορνογραφήσει / θα πορνογραφεί | θα πορνογραφήσουμε / θα πορνογραφούμε | θα πορνογραφήσετε / θα πορνογραφείτε | θα πορνογραφήσουν / θα πορνογραφήσουνε / θα πορνογραφούν / θα πορνογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω πορνογραφήσει | έχεις πορνογραφήσει | έχει πορνογραφήσει | έχουμε πορνογραφήσει | έχετε πορνογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πορνογραφήσει | είχες πορνογραφήσει | είχε πορνογραφήσει | είχαμε πορνογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πορνογραφήσει / να πορνογραφήσω / να πορνογραφώ | να έχεις πορνογραφήσει / να πορνογραφήσεις / να πορνογραφείς | να έχει πορνογραφήσει / να πορνογραφήσει / να πορνογραφεί | να έχουμε πορνογραφήσει / να πορνογραφήσουμε / να πορνογραφούμε | να έχετε πορνογραφήσει / να πορνογραφήσετε / να πορνογραφείτε | να πορνογραφήσουν / να πορνογραφήσουνε / να πορνογραφούν / να πορνογραφούνε |
| Προστακτική | — | πορνογράφει / πορνογράφησε | — | — | πορνογραφήστε / πορνογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →