Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορσελάνινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πορσελάνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πορσελάνινος < πορσελάνη + -ινος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική porcelainier)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορσελάνινοςπορσελάνινηπορσελάνινο
Γενικήπορσελάνινουπορσελάνινηςπορσελάνινου
Αιτιατικήπορσελάνινοπορσελάνινηπορσελάνινο
Κλητικήπορσελάνινεπορσελάνινηπορσελάνινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορσελάνινοιπορσελάνινεςπορσελάνινα
Γενικήπορσελάνινωνπορσελάνινωνπορσελάνινων
Αιτιατικήπορσελάνινουςπορσελάνινεςπορσελάνινα
Κλητικήπορσελάνινοιπορσελάνινεςπορσελάνινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →