πορσελάνινος
•
- που έχει σχέση με πορσελάνη, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορσελάνινος < πορσελάνη + -ινος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική porcelainier)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πορσελάνινος | πορσελάνινη | πορσελάνινο |
| Γενική | πορσελάνινου | πορσελάνινης | πορσελάνινου |
| Αιτιατική | πορσελάνινο | πορσελάνινη | πορσελάνινο |
| Κλητική | πορσελάνινε | πορσελάνινη | πορσελάνινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πορσελάνινοι | πορσελάνινες | πορσελάνινα |
| Γενική | πορσελάνινων | πορσελάνινων | πορσελάνινων |
| Αιτιατική | πορσελάνινους | πορσελάνινες | πορσελάνινα |
| Κλητική | πορσελάνινοι | πορσελάνινες | πορσελάνινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →