πορτάκι
•
- υποκοριστικό του πόρτα Βικιλεξικό
- προστατευτική πόρτα για μωρά, ώστε να μην απομακρύνονται από έναν συγκεκριμένο χώρο Βικιλεξικό
- ειδική θύρα για κατοικίδια, ώστε να μπαίνουν στο σπίτι χωρίς τη βοήθεια ανθρώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πορτάκι < πόρτα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτάκι | πορτάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πορτάκι | πορτάκια |
| Κλητική | πορτάκι | πορτάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →