πορτοκαλής
•
- που έχει πορτοκαλί χρώμα Βικιλεξικό
- Ο «Πορτοκαλής Ήλιος» ξεμάκραινε από το λιμάνι του Πειραιά […] Kόσμος πολύς, περισσότερες γυναίκες με παιδιά, που ξεκινούσαν για κάποιο νησί του Σαρωνικού, την Αίγινα, τον Πόρο, την Ύδρα ή τις Σπέτσες.
Ετυμολογία
πορτοκαλής < πορτοκάλ(ι) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτοκαλής | πορτοκαλιά | πορτοκαλί |
| Γενική | πορτοκαλή / πορτοκαλιού | πορτοκαλιάς | πορτοκαλί / πορτοκαλιού |
| Αιτιατική | πορτοκαλή | πορτοκαλιά | πορτοκαλί |
| Κλητική | πορτοκαλή | πορτοκαλιά | πορτοκαλί |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτοκαλιοί | πορτοκαλιές | πορτοκαλιά |
| Γενική | πορτοκαλιών | πορτοκαλιών | πορτοκαλιών |
| Αιτιατική | πορτοκαλιούς | πορτοκαλιές | πορτοκαλιά |
| Κλητική | πορτοκαλιοί | πορτοκαλιές | πορτοκαλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →