Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πορτοκαλής

/poɾ.to.kaˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει πορτοκαλί χρώμα Βικιλεξικό
    • Ο «Πορτοκαλής Ήλιος» ξεμάκραινε από το λιμάνι του Πειραιά […] Kόσμος πολύς, περισσότερες γυναίκες με παιδιά, που ξεκινούσαν για κάποιο νησί του Σαρωνικού, την Αίγινα, τον Πόρο, την Ύδρα ή τις Σπέτσες.

Ετυμολογία

πορτοκαλής < πορτοκάλ(ι) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορτοκαλήςπορτοκαλιάπορτοκαλί
Γενικήπορτοκαλή / πορτοκαλιούπορτοκαλιάςπορτοκαλί / πορτοκαλιού
Αιτιατικήπορτοκαλήπορτοκαλιάπορτοκαλί
Κλητικήπορτοκαλήπορτοκαλιάπορτοκαλί

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπορτοκαλιοίπορτοκαλιέςπορτοκαλιά
Γενικήπορτοκαλιώνπορτοκαλιώνπορτοκαλιών
Αιτιατικήπορτοκαλιούςπορτοκαλιέςπορτοκαλιά
Κλητικήπορτοκαλιοίπορτοκαλιέςπορτοκαλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →