πορτοπαράθυρο
•
- οι πόρτες και τα παράθυρα μαζί Βικιλεξικό
- μπαλκονόπορτα ή παραθυρόφυλλο, -α ειδικά σε δωμάτιο ή σπίτι που δεν έχει παράθυρα κι έχει διττό ρόλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτοπαράθυρο | πορτοπαράθυρα |
| Γενική | πορτοπαράθυρου / πορτοπαραθύρου | πορτοπαραθύρων |
| Αιτιατική | πορτοπαράθυρο | πορτοπαράθυρα |
| Κλητική | πορτοπαράθυρο | πορτοπαράθυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →