πορτοφόλι
•
- μικρή θήκη που χρησιμοποιείται για τη τοποθέτηση και φύλαξη χρημάτων Βικιλεξικό
- — Δικό σας εἶνε μοῦ φαίνεται, αὐτό; / — Ἆ! τὸ πορτοφόλι μου! ἀνέκραξεν ὁ Κύριος ἁπλώνων μὲ ὁρμὴν τὸ χέρι πρὸς αὐτό. / — Σᾶς εἶχε πέσει κάτω ς’ τὴ σάλα, προσθέτω, καὶ ἀπομακρύνομαι ἀξιοπρεπῶς (Κωστής Παλαμάς, Το δίδραχμον, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)
- Πλὴν μόλις ἐκ τοῦ Πειραιῶς εἰς τὰς Ἀθήνας φθάνει, / κι' εὐθὺς τὸ πορτοφόλι του μὲ χίλια φράγκα χάνει. (Γεώργιος Σουρής, Ο κύριος Κωνσταμπουνάς, 1884)
Ετυμολογία
πορτοφόλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική portafoglio (χαρτοφύλακας), πληθυντικός: portafogli που θεωρήθηκε ουδέτερο ενικό με αφομοίωση των [o, a, o] > [o, o, o] (συγγενή: γαλλική portefeuille) < portare < λατινικό ρήμα portāre (να φέρει) + foglio < λατινικά folium ("φύλλο"). Με χρήση από το τέλος του 19ου αιώνα (δείτε παραθέματα, 1884, 1890)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πορτοφόλι | πορτοφόλια |
| Γενική | πορτοφολιού | πορτοφολιών |
| Αιτιατική | πορτοφόλι | πορτοφόλια |
| Κλητική | πορτοφόλι | πορτοφόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →