πορφυρώνω
•
- λογοτεχνικόβάφω με πορφυρό χρώμα, κοκκινίζω κάτι Βικιλεξικό
- ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, 10. Της αγάπης αίματα Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Ετυμολογία
πορφυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πορφυρ(ῶ)/(όω) + -ώνω < πορφύρα
Άλλοι τύποι
πορφύρωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →