ποστίς
•
- θύσανος φτιαγμένος από τρίχες (τεχνητές ή φυσικές) που φοριέται πρόσθετα στην (γυναικεία) κόμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποστίς < (άμεσο δάνειο) γαλλική postiche < ιταλική posticcio < λατινική appositus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος appono < pono (βάζω, θέτω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →