ποσότητα
•
- αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;) Βικιλεξικό
- Η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτά τα σοκολατάκια είναι τόσο μικρή που δε θα έπρεπε να σε νοιάζει.
- Η ποσότητα νερού στο σώμα ενός ανθρώπου με μέσο βάρος 70 kg είναι περίπου 40 λίτρα.
- Η ποσότητα των 10 ml της ουσίας αρκεί για να...
- < υπώνυμα: αριθμός, μάζα, μέγεθος, όγκος
- ποσοτικά γνωρίσματα Βικιλεξικό
- γραμματικήη χρονική διάρκεια ενός φθόγγου Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: βραχύτητα, μακρότητα
Ετυμολογία
ποσότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποσότης + -τητα (από την αιτιατική «τὴν ποσότητα»), με σημασιολογικές επιρροές από την γαλλική quantité και την αγγλική quantity
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποσότητα | ποσότητες |
| Γενική | ποσότητας | ποσοτήτων |
| Αιτιατική | ποσότητα | ποσότητες |
| Κλητική | ποσότητα | ποσότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →