Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποτάμιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ποταμό, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποτάμιος < αρχαία ελληνική ποτάμιος < ποταμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποτάμιοςποτάμιαποτάμιο
Γενικήποτάμιουποτάμιαςποτάμιου
Αιτιατικήποτάμιοποτάμιαποτάμιο
Κλητικήποτάμιεποτάμιαποτάμιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποτάμιοιποτάμιεςποτάμια
Γενικήποτάμιωνποτάμιωνποτάμιων
Αιτιατικήποτάμιουςποτάμιεςποτάμια
Κλητικήποτάμιοιποτάμιεςποτάμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →